Σήμερα φοράω το καλό κασμιρένιο πουλόβερ της μαμάς μου. Είναι πολύ απαλό, και έχω ανοίξει τις κουρτίνες και με χτυπάει ο ήλιος και με ζεσταίνει και είναι τέλεια αίσθηση. Μαύρα κασμιρένια ρούχα στον χειμωνιάτικο ήλιο. Σαν αγκαλιά. Κουλουριάζομαι και χαϊδεύω το ύφασμα. Θα ήθελα να ήσουν εσύ τώρα εδώ να με αγκαλιάσεις. Να έρθεις και να σταθείς πίσω μου και να με αγκαλιάσεις. Ας είναι.
Έχω ανοίξει τις κουρτίνες και δεν βλέπω καλά την οθόνη. Μπορεί να είναι για καλό. Γράφω πολλά και διάφορα, αλλά όσο περισσότερο τα κοιτάω τόσο λιγότερο μου αρέσουν. Μου έλειψε ο αυθορμητισμός –ο όποιος τέλος πάντων. Τίποτα δεν είναι αρκετά καλό, αρκετά ενδιαφέρον, αρκετά κάτι. Ε, και;
Η μαμά μου μού είπε τις προάλλες ότι η οικογένεια είναι σαν τη μαφία. Η δικιά μας πρόσφατα το απέδειξε. Και πολύ το γούσταρα αυτό. Είναι ό,τι κοντινότερο υπάρχει στην αποδοχή του άλλου χωρίς προϋποθέσεις. Αγάπη. Ανθρώπινη αγάπη, ανθρώπινη με την καλή έννοια. Γιατί συνήθως όταν λέμε ανθρώπινος εννοούμε αδύναμος. Ατελής.
Πάντως όχι, μην σκάψετε στην αυλή του σπιτιού, δεν έχουμε θάψει πτώμα. Ακόμα.
Ακόμα. Ταξίδευα με το τρένο χτες, πέτυχα τον πιο χαρούμενο εισπράκτορα, ήταν ορεξάτος για κουβέντα, πόσο είσαι, τριάντα;, μου λέει, ναι, απαντάω, δεν είσαι παντρεμένη, έτσι;, όχι, απαντάω, παύση, όχι ακόμα, συμπληρώνω. Τι όχι ακόμα ρε ηλίθια, σάμπως ξέρεις το μέλλον, τι ευσεβείς πόθοι ευτυχίας και άστοχες βεβαιότητες είναι αυτές. Με φαντάζομαι στα εξήντα, δεσποινίς ντέντεντ μάιντ, να λέω όχι ακόμα. Το νούμερο.
Και να πεις ότι έχω συνδέσει το γάμο με την ευτυχία. Άντε με την ευτυχία της μαφιόζας μαμάς μου. Αλλά τους γάμους που να τους ζηλεύω -με την καλή βλέπε ανθρώπινη βλέπε αδύναμη έννοια- τους ..κυνηγάω με το ψαροντούφεκο; τους ψάχνω με τα κιάλια; τους μετράω με το σταγονόμετρο; Πάντα μπέρδευα παροιμίες και εκφράσεις, και έκανα την κολλητή μου να γελάει. Τις προάλλες της είπα ‘ένας περιπλανώμενος πωλητής’, αντί για πλανόδιος. Τουλάχιστον τα λάθη μου είναι λογοτεχνίζοντα.
Χτες μια άλλη φίλη μου μού έγραψε τη συνταγή της για την καρμπονάρα. Δεν ξέρω ποιος θα είναι ο τυχερός που θα του τη μαγειρέψω –και θα τη φάει. (μη γελάτε σας βλέπω). Και η φίλη μου δεν ξέρει ότι πριν λίγο καιρό ξεκίνησα να φτιάξω μακαρόνια και κατέληξα να φτιάξω ένα. Μακαρόνι. Ένα πακέτο μακαρόνια κολλημένα σε ένα. Ξέρω όμως ότι είμαι τυχερή που έχω μια φιλενάδα που κάθισε και μου έγραψε τη συνταγή της και που όταν την φτιάχνω θα την σκέφτομαι και μετά θα την πάρω τηλέφωνο να της πω ότι δεν πέτυχε γιατί δεν χτύπησα καλά και αμέσως το αυγό και μου βγήκε μακαρονάδα -παύλα- ομελέτα και θα γελάμε και θα είμαι χαρούμενη. Καλ/ομελέτα κι έρχεται.
Και έχω και γαμάτη ιστορία με ομελέτα να σας πω. Δεν έφταιγα εγώ όμως. Αλλά είχε απίστευτη πλάκα. Μετά. Κάποιος κάποτε μου μαγείρεψε ομελέτα (για κάποιο λόγο συγκινούμαι όταν μου μαγειρεύουν..). Ομελέτα κομπλέ, με το κρεμμυδάκι της, το ζαμπόν της, τις πιπεριές της, τα τυριά της. Ε και επειδή συγκινήθηκα με τη μαγειρική τού έκατσα μετά (ψέματα θα του καθόμουν έτσι κι αλλιώς). Και κάπου εκεί στα προκαταρτικά, μεταξύ ψαχουλέματος και της καλύτερης χρήσης της ανδρικής γλώσσας που μπορώ να φανταστώ -ψέματα; αρχίζω να αισθάνομαι ένα κάψιμο στο χμ.. μυδάκι μου. Γιατί ως γνωστόν η ντέντεντ μάιντ είναι καυτή γκόμενα –αυτό που ξεκίνησα να μιλάω για τον εαυτό μου στο τρίτο πρόσωπο να θυμηθώ να το κοιτάξω. Και να καίω, και να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στα τεκταινόμενα, και να έχω αγχωθεί, αμάν γιατί καίω, αμάν κάτι θα έπαθα, αμάν λες να κόλλησα τίποτα περίεργο από τα καινούρια εσώρουχα, αμάν αμάν αμάν. Και, φυσικά, μετά έρχεται το φλασάκι: κάντε ένα φλασμπακ στα συστατικά της ομελέτας: κρεμμυδάκι, ζαμπόν, πιπεριές.. πιπεριές! Εδώ είμαστε. Πιπεριές και δη καυτερές. Όταν λοιπόν ψιλοκόψεις καυτερές πιπεριές, και μετά φας καυτερές πιπεριές, και μετά κάνεις αυτό που έκανε ο Μπρους Γουίλις στην τύπισσα στο Pulp Fiction, η τύπισσα θα πάρει φωτιά.
Και όχι με την καλή έννοια.
Λοιπόν, αυτό το ποστ ήταν τελείως άλλ’ αντ’ άλλων. Ή άλλα ‘ντ’ άλλων. Άλλα γι’ άλλα της Παρασκευής το γάλα. Τουλάχιστον ήταν ποστ. Τέλος.
ΥΓ. Να θυμηθώ να μην βάλω καυτερές πιπεριές στην καρμπονάρα μου.