Πέμπτη, Νοέμβριος 19, 2009

undefined.


[...]


Όλα ασύνδετα και δύσκολα και τι όμορφα που σβήνονται οι λέξεις. Σήμερα είμαι λυπημένη.

Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009

Το ψωμί.

Γυρίζω σπίτι με όχι ιδανική διάθεση. Σταματάω στο φούρνο να αγοράσω ψωμί, στέκομαι μπροστά στον πάγκο, δείχνω, ‘Ήθελα παρακαλώ αυτό το ...ριγέ’. Δεν έχω ιδέα πώς το λένε. ‘Μάλλον υπάρχει πιο ακριβής ονομασία από το ριγέ’, λέω στην πωλήτρια, ‘Ε αφού κατάλαβα δεν πειράζει’, μου απαντάει. Φεύγοντας ακούω τον κύριο πίσω μου που ήταν η σειρά του να λέει, ‘Εγώ θέλω ένα καρό’. Γυρίζω, τον κοιτάω, μου χαμογελάει. Δεν ξέρω αν υπάρχει και καρό ψωμί, δεν είδα, νομίζω ότι με πείραζε.
Το ψωμί μυρίζει ωραία.

Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009

Η μαύρη λέξη της ημέρας

Η μαύρη λέξη της ημέρας - Χλιαρότητα


χλιαρότητα
η [xliarótita] O28 : η ιδιότητα του χλιαρού: Oι ενέργειές του χαρακτηρίζονται από κάποια ~. [λόγ. < ελνστ. χλιαρότης, αιτ. -ητα] *


*λήμμα από το λεξικό του Τριανταφυλλίδη

Τετάρτη, Νοέμβριος 04, 2009

Ατάκα συναδέλφου:

«Αυτό συνιστά επαγγελματική παρενόχληση!» Γαμάτο; Και τι είναι επαγγελματική παρενόχληση; Να σε βαράνε στο κεφάλι με ένα κλασέρ; Κάτι τέτοια πάντως είναι η δική μου επαγγελματική διασκέδαση.

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 21, 2009

"-Τι γράφεις εκεί; Αγαπητό μου ημερολόγιο;"


Δευτέρα, Αύγουστος 31, 2009

Αύγουστος.


Όλα είναι πιο όμορφα όταν τα βλέπεις φορώντας ένα ροζ ψάθινο καπέλο.


Σάββατο, Αύγουστος 01, 2009

Να είσαι ψύχραιμη και λογική. Και να μην είσαι παράλογα θλιμμένη.

Έτσι μου είπε ένας φίλος μου προχθές, στην αγκαλιά της καληνύχτας. Που είναι και δέκα χρόνια μικρότερός μου αλλά τι να λέει. Και δεν του είχα καν πει πως τις προάλλες πήδηξα σαν καγκουρώ από το πατάρι μου όταν [νόμισα ότι] άκουσα ένα ποντίκι. Ούτε πόσο έκλαψα φέτος –παίζει να έκλαψα ακόμα και για το ποντίκι. Ούτε πως για πρώτη φορά μετά από χρόνια φέτος ήθελα να πω ‘άντε γαμήσου ρε’ (οπωσδήποτε με το ρε, το ρε κάνει τη διαφορά).
Και πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ, το βούλωσα. Είμαι παράλογα θλιμμένη.

Φεύγω για διακοπές. Αφήνω πίσω ότι μπορώ και παίρνω άπειρα βιβλία και τις καλές μου σκέψεις. Και θα κάνω τα μαλλιά μου κοτσιδάκια, έτσι για σπάσιμο. Στην παράλογη θλίψη μου.

Καλό υπόλοιπό καλοκαίρι σε όλους :)

Δευτέρα, Ιούλιος 20, 2009

το τελευταίο τσιγάρο.


Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή που άρχισα να φοβάμαι. Ήμουν δώδεκα χρονών, μόλις είχα ξεκινήσει την πρώτη γυμνασίου. Ήμουν στο προαύλιο και έκανα αυτό που έκανα όλα τα προηγούμενα χρόνια στο σχολείο, έπαιζα παύλα έπαιζα ξύλο με τ’ αγόρια. Μόνο που αυτή τη φορά το αγόρι ήταν μεγαλύτερο και πολύ δυνατότερο και με έβαλε κάτω, με έπιασε από το λαιμό και μου γύρισε το κεφάλι και με δίπλωσε στα δύο κάπως και με είχε σαφέστατα. Σίγουρα αυτό θα είχε ξανασυμβεί και παλιότερα στο δημοτικό. Δεν θυμάμαι. Αυτή τη φορά τη θυμάμαι γιατί ήταν η πρώτη φορά που ντράπηκα. Του φώναξα να μ’ αφήσει, έφτιαξα τα μαλλιά μου ίσιωσα τα ρούχα μου και έφυγα κοιτώντας το πάτωμα.


Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ να κοιτάω το πάτωμα. Κλεφτά φανερά ενστικτωδώς με κόκκινα μάγουλα με μισόλογα βρίζοντας βράζοντας περιστασιακά αρχικά. Ποτέ, όμως, τελείως. Ποτέ αρκετά. Τόσο ώστε να γίνω ..κάτι άλλο.


Και πέρασες όλα σου τα χρόνια έτσι συνεσταλμένη;

Ναι.


Οι πιο συνεσταλμένοι άνθρωποι κάνουν τα πιο παράτολμα πράγματα, μερικές φορές.


Σου είχα στείλει ένα μήνυμα, σου έγραφα κλαίγοντας ότι είχε γαμηθεί το σύμπαν και ότι θα τα παρατούσα όλα και θα πήγαινα να ζήσω σ’ ένα λεωφορείο στην Αλάσκα. Σαν τον τύπο στην ταινία που είχαμε δει μαζί μια Κυριακή.


Και τρέμετε τρέμετε τον άνθρωπο που στον ύπνο του βλέπει σκουλήκια να βγαίνουν από τρύπες στο στήθος του ή να τυλίγονται στο λαιμό του, και που όταν ξυπνάει για να παρηγορηθεί λέει στον εαυτό του ότι τα σκουλήκια είναι άκακα, σαν ένα γλοιώδες κόσμημα που δεν θα τον πνίξει όμως.


Αλλά όχι ότι τα σκουλήκια δεν υπάρχουν.


Στην πραγματικότητα το σύμπαν μου δεν έχει γαμηθεί. Μακράν. Ίσως γι’ αυτό να γαμιέται το μυαλό μου.


Πριν αρκετούς μήνες έκλεισα τα τριάντα. Είχα βρει την τέλεια εικόνα για το μπλογκ, thirty happens έλεγε, είχα γράψει και ένα σωρό πράγματα, κείμενα με θέμα τα τριάντα, αναλόγως του πώς αισθανόμουν κάθε στιγμή. Δεν ανέβασα ποτέ τίποτα. Το περίμενα και το έτρεμα τόσο καιρό που όταν ήρθε είχε χάσει τη δύναμή του.


[...]


Αλλά τα φοβισμένα κοριτσάκια δεν επαναστατούν. Αργά ή γρήγορα φτιάχνουν τα μαλλιά τους ισιώνουν τα ρούχα τους και φεύγουν κοιτώντας το πάτωμα.


Είσαι χαζό.

Δεν είμαι. Δηλαδή είμαι αλλά ξέρω τι λέω.

Μην με ξεχνάς.

Μην ανησυχείς.


Μαζί μου η υστεροφημία σου είναι εξασφαλισμένη. Αυτό το μπορώ καλύτερα απ’ ότι μπόρεσα οτιδήποτε άλλο. Νοσταλγώ καλύτερα απ’ ότι ζω. Παρελθόν και μέλλον.


Δεν πιστεύω πια στα δράματα. Όχι με την σφοδρότητα του παρελθόντος. Η ζωή είναι ένα ανακάτεμα μικρών και μεγάλων. Τη μια στιγμή κάποιος σε τραβάει στο κρεβάτι σα να πρωταγωνιστείτε σε ερωτική ταινία και την άλλη στιγμή πατάει το τασάκι που είχες αφήσει στο πάτωμα και αυτό αναποδογυρίζει με θόρυβο και στάχτες και αποτσίγαρα λερώνουν το πάτωμα που είχες κανένα μήνα να σφουγγαρίσεις και σήμερα σφουγγάρισες γιατί έτσι πάει η ζωή. Και δεν σε νοιάζουν οι στάχτες στις πατούσες όταν κάνεις σεξ. Αυτές τις γουστάρεις τρελά γιατί είναι αληθινές στο ύψος και στο βάθος τους. Δεν είναι αυτό.


[...]


Έσβησε το τελευταίο τσιγάρο της βραδιάς και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για ύπνο. Μία και είκοσι είχε πάει η ώρα και αύριο ήταν Δευτέρα.


Τετάρτη, Ιούλιος 15, 2009

Η ιστορία του ξεχασμένου λάμδα.


Η ιστορία του ξεχασμένου λάμδα θα μπορούσε να είναι τίτλος παιδικού παραμυθιού. Και το παραμύθι να ήταν ας πούμε ότι μια φορά κι ένα καιρό ήταν δυο λάμδα που ήταν φίλοι, και παίζανε μαζί ή πηγαίνανε βόλτες μαζί σε διάφορες λέξεις και καμιά φορά μάλιστα έκαναν και κολλητή παρέα, μέχρι που μια μέρα εκεί που έπαιζαν κυνηγητό το ένα λάμδα έτρεξε πολύ γρήγορα, ενώ το άλλο λάμδα αφηρημένο ξεχάστηκε κι έμεινε πίσω, κι έτσι τα δύο λάμδα χωρίστηκαν, και τότε σημειώθηκαν διάφορα ορθογραφικά έκτροπα, αλλά δεν πειράζει γιατί ζήσανε τα δυο λάμδα καλά κι εμείς καλύτερα. Ή κάπως έτσι.
Η ιστορία του ξεχασμένου λάμδα δεν είναι τίτλος παιδικού παραμυθιού. Είναι μια ιστορία που στο τέλος της ξέχασα να βάλω ένα λάμδα σε μια λέξη που ήθελε δύο, γεγονός που δεν έχει καμία σημασία, πλην της ψυχαναγκαστικής μου ενόχλησης για το ορθογραφικό λάθος, που για λόγους τάξης θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Και εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι όταν η γενική εικόνα ενός πράγματος γαμιέται, ευτυχώς που μπορείς πάντα να ασχολείσαι με τις λεπτομέρειες.

πανάσχετο υστερόγραφο: σήμερα ήμουνα στο τσακ να αρχίσω να φτιάχνω τα πράγματα για τις διακοπές. Το πρόβλημα είναι ότι φεύγω σε 2,5 εβδομάδες.

Τρίτη, Ιούλιος 07, 2009

Μάιος.


Κίτρινο φως από τη λάμπα του δρόμου πάνω στο δέρμα και φράουλες με βότκα και ζάχαρη και απουσία και ησυχία και κενό και νύστα και καινούρια παπούτσια γυναικεία θηλυκά που είναι αδύνατον να ισορροπήσω πάνω τους, και σχεδόν ενόχληση και πολλή φθορά και κι εγώ κουράστηκα, να ξέρεις, και άπνοια πριν από την καταιγίδα και ιδρώτας και ανησυχία και τίποτα δεν θα ήταν έτσι, τίποτα δεν ξεκίνησε για να φτάσει εκεί και να μείνει εκεί, πόσο λίγοι είμαστε, ξανά και ξανά φαινόμαστε λίγοι, και ξέφτισμα και καμία αθωότητα και πού πήγε ο ενθουσιασμός, πού είναι το καλό απροσδόκητο, και κούραση και λάθη και πάντα μένω στις ήττες μου, και πολλή ευγένεια και άντε να ισορροπήσεις αυτό που θες με αυτό που δεν μπορείς να αποφύγεις, και ατέλειωτες σελίδες με κίτρινους λεκέδες και απουσία ελέγχου και άγχος και κούραση, και τι είναι τελικά στο χέρι μου, και αγάπη, πολλή αγάπη και κρυφή αγάπη και μακρινή αγάπη και δηλωμένη αγάπη και σφουγγαρένια αγάπη και αδιαπραγμάτευτη αγάπη, αγαπήθηκα πολύ, και χρόνος χρόνος χρόνος χρόνος, ποτέ αρκετός χρόνος, πώς να χωρέσεις μια ζωή και μια ταυτότητα σε χρονικά διαστήματα των εφτά έως τριάντα δευτερολέπτων, δεν φτάνουν ούτε να σπαράξεις, και καινούριες ρυτίδες και παλιές συζητήσεις και συμπέρασμα ουδέν, και ήσυχα μάτια, και βλέμματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, και εφιάλτες και καυλωμένα όνειρα και ιδρωμένα μαλλιά και μάτια μουτζουρωμένα που τσούζουν, και απόσταση και καβγάς και φωνές και μετά κλάματα και μετά τίποτα, χαμόγελο και είμαι πολύ κουρασμένος και έκοψες τα μαλλιά σου;, τίποτα, και αν η ευτυχία είναι μέσα μας τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι και η δυστυχία εκεί είναι, και αν η πίστη είναι επικίνδυνη τότε το ίδιο επικίνδυνη είναι και η απουσία αυτής, και αηδία και ασφυξία και πικρία και απογοήτευση και γενικώς η οικεία αίσθηση της απώλειας, και μια πραγματικά τερατώδης σε μάκρος και υποκρισία πολιτική διαφήμιση, και δυο άνθρωποι ελαττωμυτικοί, ένας άνθρωπος, ένας, ένας. Ένα. Εν αρχήν ην ο λόγος και εν τέλος το παράλογο. Ή, ακόμα χειρότερα, το εύλογο.

Αυτά.

Κυριακή, Απρίλιος 19, 2009

Καλύτερα.



Λοιπόν.

Πονάει το κεφάλι μου. Και τα τελευταία τρία βράδια βλέπω εφιάλτες. Και η ηρεμία αργεί, ακόμα.

Αλλά.

Έχω να κλάψω από την περασμένη Κυριακή. Και σήμερα είναι η τρίτη μέρα που δεν δουλεύω, και έπεται και τέταρτη. Και τις προάλλες είδα την πρώτη μου παπαρούνα για φέτος. Και προχτές γύρισα σπίτι και βρήκα κρεμασμένη στην πόρτα μου μια πλαστική σακούλα με μια ρετσίνα μέσα, Το Κρασί των Φίλων λέει το μπουκάλι. Από την αγαπημένη μου κουφή γειτόνισσα, την κυρία Ελένη. Και πριν λίγες μέρες ήρθε το συνεργείο του δήμου και έφτιαξε την κίτρινη λάμπα έξω από το σπίτι μου, και όταν συνέλθει το δέντρο που το κατακουτσούρεψαν θα έχω πάλι τον πίνακα στο κάδρο. Και πήγα για καφέ με τους φίλους μου στην Πλάκα σήμερα και είδα ήλιο και ωραία μπαλκόνια με γεράνια στις γλάστρες και ξέγνοιαστους τουρίστες.

Δεν είμαι εύκολος άνθρωπος. Ούτε χαρούμενος άνθρωπος. Πιο πολύ πρόσχαρος, παρά χαρούμενος. Ή μάλλον ούτε καν αυτό. Έχω λιγάκι το χαμόγελο της Τζοκόντας, όπως λένε. Μισό χαμόγελο, μισή μελαγχολία, και κανείς δεν ξέρει τι σκέφτομαι, και επειδή δε μιλάω πολύ φαίνομαι και λίγο σοφή. Μέχρι που ανοίγω το στόμα μου βέβαια και καταστρέφω το τέλεια χτισμένο ίματζ. Υπάρχει μια λέξη γι’ αυτό το ψυχολογικό στάδιο που προηγείται της κατάθλιψης, όχι μελαγχολία, κάπως αλλιώς το λένε αλλά δεν μου έρχεται τώρα. Περνάω πάρα πολύ χρόνο της ζωής μου σε αυτήν την κατάσταση. Και οι λίγες στιγμές που όλα είναι καλά, ή μάλλον που όλα δεν είναι αλλά επιτέλους δεν με νοιάζει, είναι πολύτιμες. Πριν λίγο καιρό ήμουν στη δουλειά αργά το απόγευμα, και θυμάμαι ότι κοίταξα έξω από το παράθυρο τον ουρανό και σκέφτηκα θα ζήσω μια υπέροχη ζωή. Έτσι το σκέφτηκα, εγώ, με αυτήν την πομπώδη, κλισέ φράση, θα ζήσω μια υπέροχη ζωή. Και κράτησε αυτή η σκέψη μέχρι που έφτασα σπίτι. Και μετά σκέφτηκα ότι μένω υπερβολικά κοντά στη δουλειά. Αλλά ας είναι. Δεν ζω μια υπέροχη ζωή, δεν έχω τις σωστές προσδοκίες από τα περισσότερα πράγματα, και δεν προσπαθώ αρκετά για τίποτα, από αυτά που πρέπει να αλλάξω.

Αλλά.

Το λοναρίντ άρχισε να επιδρά, αργότερα παίζει να σκίσω ένα φίλο μου στο σκράμπλ, και το βράδυ μπορεί να ονειρευτώ όνειρα κανονικά.

Όλα καλύτερα, λοιπόν. Πάω ν' ανοίξω τη ρετσίνα.

Τετάρτη, Απρίλιος 08, 2009

καλά.

Γενικώς είμαι καλά. Αλλά τον τελευταίο καιρό έχω πιεστεί πολύ. Και δεν λειτουργώ καθόλου καλά υπό πίεση. Τον μισό καιρό έχω αυτό το ύφος που έχουν τα μωρά όταν είναι έτοιμα να κλάψουν, φρύδια γυρισμένα στις μέσα άκρες προς τα πάνω, χείλια στραμμένα στις έξω άκρες προς τα κάτω, βλέμμα ήδη μισοθολό από το πρώτο βούρκωμα και τέτοια. Και κάθε φορά που κάποιος με ρωτάει αν είμαι καλά μου έρχεται να μπήξω τα κλάματα και να πέσω στην αγκαλιά του. Και επειδή σαν άνθρωπος δεν έχω καμία αυτοσυγκράτηση τις περισσότερες φορές το κάνω. Είναι θαύμα πως ακόμα την έχει γλιτώσει ο κηπουρός της εταιρίας.
Αυτά. Κατά τ’ άλλα είμαι όντως καλά, απλώς έχω υπερπήξει στη δουλειά και έχω σιχαθεί τη ζωή μου. Αν είχα χρόνο και όρεξη θα έψαχνα στο γκούγκλ να βρω μια φωτογραφία που να δείχνει ένα χαρτί που θα έχει πάνω αυτές τις γραμμούλες που τραβάνε οι φυλακισμένοι για να μετρήσουν το χρόνο, τρεις κατακόρυφες παράλληλες και μία διαγώνια που τις ενώνει, φλασάκι, τώρα θυμήθηκα το εντός εκτός και επί τα αυτά που μαθαίναμε στο σχολείο, μόνο που οι γραμμούλες θα ήταν τόσες πολλές που θα ξεχείλιζαν από το χαρτί και θα έβγαιναν στον τοίχο. Έτσι αισθάνομαι. Τρέχω και δεν φτάνω και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα φτάσω ποτέ. Μάλλον ο τοίχος θα τελειώσει. Αν και η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα να τελειώσω εγώ στον τοίχο. Ναι οκ είμαι πρόστυχη αλλά οι συνειρμοί μου άρχονται από τη σοβαρή σκέψη στην οποία κατέληξα μετά από επισταμένες αλλά δυστυχώς ετεροβαρείς έρευνες ότι ένα καλό κλάμα και ένας καλός οργασμός έχουν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα. Αισθάνεσαι μετά ότι σου έχει φύγει ένα βάρος από το στήθος, ότι αναπνέεις καλύτερα, ότι είσαι ελαφρύς.
Αυτά και πάλι. Κατά τ' άλλα αλήθεια είμαι καλά. Τις προάλλες ένας περαστικός στο δρόμο μου είπε ‘είσαι πολύ γλυκιά’ και μου χαμογέλασε και μετά έφυγε. Μάλλον δεν είχα το ύφος που έχουν τα μωρά όταν είναι έτοιμα να κλάψουν. Δεν είμαι πολύ γλυκιά και δεν μου κάνουν κοπλιμέντα άγνωστοι στο δρόμο ποτέ. Μου έφτιαξε πάρα πολύ τη διάθεση. Αν με ρωτούσε όμως αν είμαι καλά στάνταρ θα έμπηζα τα κλάματα και θα έπεφτα στην αγκαλιά του.
Αυτά. Τρίτο γύρο με κατά τ’ άλλα είμαι καλά δεν έχω. Αλλά αλήθεια είμαι. Τα λέμε όταν σταματήσω να τραβάω γραμμούλες στον τοίχο.

Παρασκευή, Μάρτιος 13, 2009

the singing butler.


εδώ θα μπει το κείμενο όταν το γράψω.

Σάββατο, Φεβρουάριος 28, 2009

Το κλειδί της ευτυχίας.


Το κλειδί της ευτυχίας δεν είναι τόσο / μόνο τα πράγματα που σου συμβαίνουν. Είναι ο τρόπος που ερμηνεύεις αυτά τα πράγματα. Τις υποκειμενικά αντικειμενικές αλήθειες της ζωής σου.

Το κλειδί της Ευτυχίας είναι άλλο θέμα.


* φωτογραφία μέσω του Dr. Uqbar

Πέμπτη, Φεβρουάριος 12, 2009

Το γάλα της Παρασκευής.


Σήμερα φοράω το καλό κασμιρένιο πουλόβερ της μαμάς μου. Είναι πολύ απαλό, και έχω ανοίξει τις κουρτίνες και με χτυπάει ο ήλιος και με ζεσταίνει και είναι τέλεια αίσθηση. Μαύρα κασμιρένια ρούχα στον χειμωνιάτικο ήλιο. Σαν αγκαλιά. Κουλουριάζομαι και χαϊδεύω το ύφασμα. Θα ήθελα να ήσουν εσύ τώρα εδώ να με αγκαλιάσεις. Να έρθεις και να σταθείς πίσω μου και να με αγκαλιάσεις. Ας είναι.

Έχω ανοίξει τις κουρτίνες και δεν βλέπω καλά την οθόνη. Μπορεί να είναι για καλό. Γράφω πολλά και διάφορα, αλλά όσο περισσότερο τα κοιτάω τόσο λιγότερο μου αρέσουν. Μου έλειψε ο αυθορμητισμός –ο όποιος τέλος πάντων. Τίποτα δεν είναι αρκετά καλό, αρκετά ενδιαφέρον, αρκετά κάτι. Ε, και;

Η μαμά μου μού είπε τις προάλλες ότι η οικογένεια είναι σαν τη μαφία. Η δικιά μας πρόσφατα το απέδειξε. Και πολύ το γούσταρα αυτό. Είναι ό,τι κοντινότερο υπάρχει στην αποδοχή του άλλου χωρίς προϋποθέσεις. Αγάπη. Ανθρώπινη αγάπη, ανθρώπινη με την καλή έννοια. Γιατί συνήθως όταν λέμε ανθρώπινος εννοούμε αδύναμος. Ατελής.

Πάντως όχι, μην σκάψετε στην αυλή του σπιτιού, δεν έχουμε θάψει πτώμα. Ακόμα.

Ακόμα. Ταξίδευα με το τρένο χτες, πέτυχα τον πιο χαρούμενο εισπράκτορα, ήταν ορεξάτος για κουβέντα, πόσο είσαι, τριάντα;, μου λέει, ναι, απαντάω, δεν είσαι παντρεμένη, έτσι;, όχι, απαντάω, παύση, όχι ακόμα, συμπληρώνω. Τι όχι ακόμα ρε ηλίθια, σάμπως ξέρεις το μέλλον, τι ευσεβείς πόθοι ευτυχίας και άστοχες βεβαιότητες είναι αυτές. Με φαντάζομαι στα εξήντα, δεσποινίς ντέντεντ μάιντ, να λέω όχι ακόμα. Το νούμερο.
Και να πεις ότι έχω συνδέσει το γάμο με την ευτυχία. Άντε με την ευτυχία της μαφιόζας μαμάς μου. Αλλά τους γάμους που να τους ζηλεύω -με την καλή βλέπε ανθρώπινη βλέπε αδύναμη έννοια- τους ..κυνηγάω με το ψαροντούφεκο; τους ψάχνω με τα κιάλια; τους μετράω με το σταγονόμετρο; Πάντα μπέρδευα παροιμίες και εκφράσεις, και έκανα την κολλητή μου να γελάει. Τις προάλλες της είπα ‘ένας περιπλανώμενος πωλητής’, αντί για πλανόδιος. Τουλάχιστον τα λάθη μου είναι λογοτεχνίζοντα.

Χτες μια άλλη φίλη μου μού έγραψε τη συνταγή της για την καρμπονάρα. Δεν ξέρω ποιος θα είναι ο τυχερός που θα του τη μαγειρέψω –και θα τη φάει. (μη γελάτε σας βλέπω). Και η φίλη μου δεν ξέρει ότι πριν λίγο καιρό ξεκίνησα να φτιάξω μακαρόνια και κατέληξα να φτιάξω ένα. Μακαρόνι. Ένα πακέτο μακαρόνια κολλημένα σε ένα. Ξέρω όμως ότι είμαι τυχερή που έχω μια φιλενάδα που κάθισε και μου έγραψε τη συνταγή της και που όταν την φτιάχνω θα την σκέφτομαι και μετά θα την πάρω τηλέφωνο να της πω ότι δεν πέτυχε γιατί δεν χτύπησα καλά και αμέσως το αυγό και μου βγήκε μακαρονάδα -παύλα- ομελέτα και θα γελάμε και θα είμαι χαρούμενη. Καλ/ομελέτα κι έρχεται.

Και έχω και γαμάτη ιστορία με ομελέτα να σας πω. Δεν έφταιγα εγώ όμως. Αλλά είχε απίστευτη πλάκα. Μετά. Κάποιος κάποτε μου μαγείρεψε ομελέτα (για κάποιο λόγο συγκινούμαι όταν μου μαγειρεύουν..). Ομελέτα κομπλέ, με το κρεμμυδάκι της, το ζαμπόν της, τις πιπεριές της, τα τυριά της. Ε και επειδή συγκινήθηκα με τη μαγειρική τού έκατσα μετά (ψέματα θα του καθόμουν έτσι κι αλλιώς). Και κάπου εκεί στα προκαταρτικά, μεταξύ ψαχουλέματος και της καλύτερης χρήσης της ανδρικής γλώσσας που μπορώ να φανταστώ -ψέματα; αρχίζω να αισθάνομαι ένα κάψιμο στο χμ.. μυδάκι μου. Γιατί ως γνωστόν η ντέντεντ μάιντ είναι καυτή γκόμενα –αυτό που ξεκίνησα να μιλάω για τον εαυτό μου στο τρίτο πρόσωπο να θυμηθώ να το κοιτάξω. Και να καίω, και να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στα τεκταινόμενα, και να έχω αγχωθεί, αμάν γιατί καίω, αμάν κάτι θα έπαθα, αμάν λες να κόλλησα τίποτα περίεργο από τα καινούρια εσώρουχα, αμάν αμάν αμάν. Και, φυσικά, μετά έρχεται το φλασάκι: κάντε ένα φλασμπακ στα συστατικά της ομελέτας: κρεμμυδάκι, ζαμπόν, πιπεριές.. πιπεριές! Εδώ είμαστε. Πιπεριές και δη καυτερές. Όταν λοιπόν ψιλοκόψεις καυτερές πιπεριές, και μετά φας καυτερές πιπεριές, και μετά κάνεις αυτό που έκανε ο Μπρους Γουίλις στην τύπισσα στο Pulp Fiction, η τύπισσα θα πάρει φωτιά.
Και όχι με την καλή έννοια.

Λοιπόν, αυτό το ποστ ήταν τελείως άλλ’ αντ’ άλλων. Ή άλλα ‘ντ’ άλλων. Άλλα γι’ άλλα της Παρασκευής το γάλα. Τουλάχιστον ήταν ποστ. Τέλος.

ΥΓ. Να θυμηθώ να μην βάλω καυτερές πιπεριές στην καρμπονάρα μου.

Σάββατο, Ιανουάριος 17, 2009

περι νυστας ή η ιεροτητα του πρωινοσαββατιάτικου υπνου

νομιζα οτι το Σάββατο στις 8.30 το πρωί θα ήταν νύχτα ακόμα

Πέμπτη, Ιανουάριος 15, 2009


= = =
http://www.tvxs.gr/v3171

Πέμπτη, Ιανουάριος 01, 2009

η αντανάκλαση στο κουτάλι.

Κουράστηκα ρε συ. Κουράστηκα. Είμαι μέσα σ’ εκείνον τον λαβύρινθο με τις νεκροκεφαλές και τους καρχαρίες και δεν έχω ιδέα πού πηγαίνω. Και τι είναι από την άλλη μεριά; Η οικογένεια; Η επίγνωση; Και τι είναι ο καρχαρίας; Η μοναξιά ή κάτι πολύ χειρότερο; Μπορώ να φανταστώ αρκετά πολύ χειρότερα. Αρρώστιες και μικρούς θανάτους. Και μεγάλους, τους κανονικούς. Αλλά πάντα δυσκολευόμουν να παρηγορηθώ με το υπάρχουν και χειρότερα. Εγωιστικό. Ανήμερα τα Χριστούγεννα μόνο, πήγαινα στο οικογενειακό τραπέζι κρατώντας τέσσερα δώρα και πέρασα έξω από το Σωτηρία, και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να τελειώνει εκεί η διαδρομή. Τότε αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη. Για τον άνθρωπο που θα έβγαινε να καπνίσει μαζί μου στο μπαλκόνι και να μοιραστούμε την κατανόησή μας. Για το ανθρωπάκι με τα κατακόκκινα μάγουλα, την απόλυτη ξεγνοιασιά και την πιο ωραία μυρωδιά του κόσμου. Δεν υπάρχει προπατορικό αμάρτημα. Οι άνθρωποι γεννιούνται πεντακάθαρες, κατάλευκες σελίδες σε μπλε σχολικά τετράδια. Και όσο ζουν μαζεύουν κούραση και σύννεφα στο βλέμμα.
Τέλος πάντων. Δεν υπάρχει happily ever after. Αυτό το ξέρω ήδη. Ούτε unhappily ever before. Φυσικά. Δεν υπάρχει ένα ορόσημο, εκτός αν αυτό το ένα κάνει όλα τα άλλα να φαντάζουν μικρά, εκτός αν το μεγαλύτερο είναι πάντα το ένα. Το δικό μου -καλό- ορόσημο ήταν σαν σήμερα ακριβώς πριν δυο χρόνια. Και όλα είναι αλλιώς από τότε. Όλα είναι πάντα καλύτερα από πριν. Γιατί όλα κινούνται.
Αλλά κουράστηκα ρε συ. Γιατί αισθάνομαι ότι κάνω κύκλους. Κουτουλάω ξανά και ξανά σε ανοίγματα ερμητικά κλειστά. Και τι είναι από την άλλη μεριά; Πάντα με κατέτρεχε το αίσθημα της ματαιότητας. Άλλους τους πιάνουν οι μαύρες τους, εγώ σκεφτόμουν σήμερα δεν είμαι καλά, έχω ματαιότητα. Και σταματούσα να κινούμαι.
Τέλος πάντων, και πάλι. Έχω να πάρω δυο τηλέφωνα, να στείλω ένα μήνυμα, και αν με καλέσει για καφέ, μάλλον θα πάω. Δεν πειράζει να κουράζεσαι. Αρκεί να μην μένεις ακίνητος για πολύ. Κι ας μην έχεις ιδέα τι σκατά κάνεις και πού σκατά πηγαίνεις.
Καλή χρονιά σου εύχομαι.
Σε φιλώ πολύ.

Τρίτη, Δεκέμβριος 16, 2008

χαλβάς και ασυναρτησίες.


Δυο χιλιάρικα στην τσέπη / δυόμισι με τα ψιλά / εκκρεμότητες και πρέπει / δεκαχίλιαρα πολλά, έλεγε το τραγούδι. Έχω ένα φίλο που πάντα όταν παίρνουμε ταξί στέλνουμε ο ένας στον άλλον τους σουρεάλ στίχους που ακούμε, κατά κανόνα από τον ντέρτι fm. Αυτή τη φορά μπήκε και δεύτερος πελάτης μέσα, και άκουσα και τα άπαντα για τον χαλβά. Των Φαρσάλων, του Βόλου, του κατά τα φαινόμενα ξακουστού Κοσμίδη από τη Δραπετσώνα, χαλβάς με λάδι, χαλβάς με βούτυρο, χαλβάς με ταχίνι, χαλβάς και νηστεία, χαλβάς και ζήτηση, χαλβάς 7 ευρώ το κιλό (το επονομαζόμενο χαλβιάρι, η ελίτ του χαλβά). Έλεος ήμαρτον και νισάφι μαζί, Χαλάνδρι – Σύνταγμα μια χαλβαδοσυζήτηση. Όταν κατέβηκε επιτέλους ο χαλβαδοτύπος και ανάσανα, περίμενα να γυρίσει ο ταξιτζής να με ρωτήσει «εσένα κοπελιά σ’ αρέσει ο χαλβάς;»

Τελικά δεν υπάρχει πάντα πάτος. Ή δεν είναι εκεί που νόμιζες. Μην σταματήσουμε να σοκαριζόμαστε με όσα συμβαίνουν, αυτό εύχομαι μόνο. Μην αρχίσουμε να τα περιμένουμε όλα, και αυτό δεν ήταν παρά άλλο ένα ορόσημο στο δρόμο προς το μη νόημα του σκατόκοσμου στον οποίο ζούμε. Που μάλλον ήταν. Ή θα γίνει σε λίγο καιρό. Για όσους η ζωή συνεχίζεται, δηλαδή. Ή αν σκέφτεσαι έτσι ωθείς τα πράγματα να γίνουν έτσι; Στη ζωή χρειάζεται να έχεις και πίστη. Το θέμα είναι σε ποιον και σε τι.

Θα έγραφα τώρα και για την καλή πλευρά του χαλβά, και όμως υπάρχει, η ζωή μου είχε ένα χαρούμενο χαλβαδοσυμβάν τις προάλλες, αλλά δεν μου βγαίνει.

Όσο δυσκολεύομαι να γράψω, τόσο θα γράφω χαλβαδοβλακείες.

Δε γαμιέται.

Δευτέρα, Δεκέμβριος 08, 2008

διαλειμμα για διαφημισεις.



διαλειμμα για διαφημισεις.

Κυριακή, Δεκέμβριος 07, 2008

το άθροισμα της ημέρας*

μια καλημέρα

τρεις καφέδες, δυο πακέτα τσιγάρα, τέσσερα κουλούρια και εφτά τσίχλες

πέντε τηλεφωνήματα, δυο μέιλ και τέσσερα μηνύματα

δυο συνομιλίες εκ του σύνεγγυς –τρεις αν μετρήσουμε και τον κουλουρά

δεκατρείς ώρες δουλειάς

μια διαπίστωση

ένα χαμένο νόημα

και κανένα συμπέρασμα.

* σαράντα τέσσερα. τελικά πρόσθεσα τον κουλουρά και αφαίρεσα το νόημα.

Τρίτη, Δεκέμβριος 02, 2008

ο χρόνος.


Δεν έκανε ποτέ τίποτα σπουδαίο στη ζωή του. Ίσως και να μην πρόλαβε. Ίσως επειδή κάθε πρωί ξεκινούσε τη μέρα του ξεσκονίζοντας ένα ένα όλα τα φύλλα του κήπου.

Δεν είναι μόνο ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Είναι και ότι δεν θέλω. Μετά τη μία αρχίζω τις διαπραγματεύσεις με τον εαυτό μου, μισή ώρα ακόμα, είναι νωρίς, ένα τέταρτο ακόμα, ένα τσιγάρο ακόμα, να τελειώσει το τραγούδι, να το ακούσω άλλη μια φορά, ας πάει ακριβώς τώρα, ας καπνίσω άλλο ένα τσιγάρο μέχρι να κλείσω τον υπολογιστή.
Μετά σταματάω να κοροϊδεύω τον εαυτό μου και δεν κοιτάω πια το ρολόι.

Αν μετρήσεις από μέσα σου δύο λεπτά, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, άραγε κρατάνε περισσότερο;

Μια πτυχή του να μεγαλώνεις είναι ότι σκέψεις του τύπου ‘πάντα ήθελα να κάνω ένα τατουάζ αλλά φοβόμουν μην το μετανιώσω και το φορτωθώ μετά για μια ζωή’ χάνουν λίγη από τη βαρύτητά τους. Όχι γιατί τα τατουάζ πλέον αφαιρούνται, αλλά γιατί η φράση ‘για μια ζωή’ δεν έχει πια την ψευδαισθητική χροιά της αιωνιότητας, δεν αιωρείται πια πάνω από το κεφάλι σου σαν επικρεμάμενη απειλή, αλλά ούτε και σαν αφράτο συννεφάκι υπόσχεσης. Σιγά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, αποκτάς επίγνωση του προσωπικού σου πεπερασμένου.
Το δώρο του θεού στον άνθρωπο είναι οι μικρές δόσεις της επίγνωσης της ασημαντότητας ενός τατουάζ.

Ήταν σπουδαίος καλλιτέχνης, μάστορας στην τέχνη της ειρωνείας.
Ζωγράφιζε ρολόγια σε τοίχους κελιών.