Όλα ασύνδετα και δύσκολα και τι όμορφα που σβήνονται οι λέξεις. Σήμερα είμαι λυπημένη.
hard to come up with some things with a deadend mind
Γυρίζω σπίτι με όχι ιδανική διάθεση. Σταματάω στο φούρνο να αγοράσω ψωμί, στέκομαι μπροστά στον πάγκο, δείχνω, ‘Ήθελα παρακαλώ αυτό το ...ριγέ’. Δεν έχω ιδέα πώς το λένε. ‘Μάλλον υπάρχει πιο ακριβής ονομασία από το ριγέ’, λέω στην πωλήτρια, ‘Ε αφού κατάλαβα δεν πειράζει’, μου απαντάει. Φεύγοντας ακούω τον κύριο πίσω μου που ήταν η σειρά του να λέει, ‘Εγώ θέλω ένα καρό’. Γυρίζω, τον κοιτάω, μου χαμογελάει. Δεν ξέρω αν υπάρχει και καρό ψωμί, δεν είδα, νομίζω ότι με πείραζε.
Το ψωμί μυρίζει ωραία.
Η μαύρη λέξη της ημέρας - Χλιαρότητα
χλιαρότητα η [xliarótita] O28 : η ιδιότητα του χλιαρού: Oι ενέργειές του χαρακτηρίζονται από κάποια ~. [λόγ. < ελνστ. χλιαρότης, αιτ. -ητα] *
*λήμμα από το λεξικό του Τριανταφυλλίδη
«Αυτό συνιστά επαγγελματική παρενόχληση!» Γαμάτο; Και τι είναι επαγγελματική παρενόχληση; Να σε βαράνε στο κεφάλι με ένα κλασέρ; Κάτι τέτοια πάντως είναι η δική μου επαγγελματική διασκέδαση.
Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή που άρχισα να φοβάμαι. Ήμουν δώδεκα χρονών, μόλις είχα ξεκινήσει την πρώτη γυμνασίου. Ήμουν στο προαύλιο και έκανα αυτό που έκανα όλα τα προηγούμενα χρόνια στο σχολείο, έπαιζα παύλα έπαιζα ξύλο με τ’ αγόρια. Μόνο που αυτή τη φορά το αγόρι ήταν μεγαλύτερο και πολύ δυνατότερο και με έβαλε κάτω, με έπιασε από το λαιμό και μου γύρισε το κεφάλι και με δίπλωσε στα δύο κάπως και με είχε σαφέστατα. Σίγουρα αυτό θα είχε ξανασυμβεί και παλιότερα στο δημοτικό. Δεν θυμάμαι. Αυτή τη φορά τη θυμάμαι γιατί ήταν η πρώτη φορά που ντράπηκα. Του φώναξα να μ’ αφήσει, έφτιαξα τα μαλλιά μου ίσιωσα τα ρούχα μου και έφυγα κοιτώντας το πάτωμα.
Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ να κοιτάω το πάτωμα. Κλεφτά φανερά ενστικτωδώς με κόκκινα μάγουλα με μισόλογα βρίζοντας βράζοντας περιστασιακά αρχικά. Ποτέ, όμως, τελείως. Ποτέ αρκετά. Τόσο ώστε να γίνω ..κάτι άλλο.
Και πέρασες όλα σου τα χρόνια έτσι συνεσταλμένη;
Ναι.
Οι πιο συνεσταλμένοι άνθρωποι κάνουν τα πιο παράτολμα πράγματα, μερικές φορές.
Σου είχα στείλει ένα μήνυμα, σου έγραφα κλαίγοντας ότι είχε γαμηθεί το σύμπαν και ότι θα τα παρατούσα όλα και θα πήγαινα να ζήσω σ’ ένα λεωφορείο στην Αλάσκα. Σαν τον τύπο στην ταινία που είχαμε δει μαζί μια Κυριακή.
Και τρέμετε τρέμετε τον άνθρωπο που στον ύπνο του βλέπει σκουλήκια να βγαίνουν από τρύπες στο στήθος του ή να τυλίγονται στο λαιμό του, και που όταν ξυπνάει για να παρηγορηθεί λέει στον εαυτό του ότι τα σκουλήκια είναι άκακα, σαν ένα γλοιώδες κόσμημα που δεν θα τον πνίξει όμως.
Αλλά όχι ότι τα σκουλήκια δεν υπάρχουν.
Στην πραγματικότητα το σύμπαν μου δεν έχει γαμηθεί. Μακράν. Ίσως γι’ αυτό να γαμιέται το μυαλό μου.
Πριν αρκετούς μήνες έκλεισα τα τριάντα. Είχα βρει την τέλεια εικόνα για το μπλογκ, thirty happens έλεγε, είχα γράψει και ένα σωρό πράγματα, κείμενα με θέμα τα τριάντα, αναλόγως του πώς αισθανόμουν κάθε στιγμή. Δεν ανέβασα ποτέ τίποτα. Το περίμενα και το έτρεμα τόσο καιρό που όταν ήρθε είχε χάσει τη δύναμή του.
[...]
Αλλά τα φοβισμένα κοριτσάκια δεν επαναστατούν. Αργά ή γρήγορα φτιάχνουν τα μαλλιά τους ισιώνουν τα ρούχα τους και φεύγουν κοιτώντας το πάτωμα.
Είσαι χαζό.
Δεν είμαι. Δηλαδή είμαι αλλά ξέρω τι λέω.
Μην με ξεχνάς.
Μην ανησυχείς.
Μαζί μου η υστεροφημία σου είναι εξασφαλισμένη. Αυτό το μπορώ καλύτερα απ’ ότι μπόρεσα οτιδήποτε άλλο. Νοσταλγώ καλύτερα απ’ ότι ζω. Παρελθόν και μέλλον.
Δεν πιστεύω πια στα δράματα. Όχι με την σφοδρότητα του παρελθόντος. Η ζωή είναι ένα ανακάτεμα μικρών και μεγάλων. Τη μια στιγμή κάποιος σε τραβάει στο κρεβάτι σα να πρωταγωνιστείτε σε ερωτική ταινία και την άλλη στιγμή πατάει το τασάκι που είχες αφήσει στο πάτωμα και αυτό αναποδογυρίζει με θόρυβο και στάχτες και αποτσίγαρα λερώνουν το πάτωμα που είχες κανένα μήνα να σφουγγαρίσεις και σήμερα σφουγγάρισες γιατί έτσι πάει η ζωή. Και δεν σε νοιάζουν οι στάχτες στις πατούσες όταν κάνεις σεξ. Αυτές τις γουστάρεις τρελά γιατί είναι αληθινές στο ύψος και στο βάθος τους. Δεν είναι αυτό.
[...]
Έσβησε το τελευταίο τσιγάρο της βραδιάς και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για ύπνο. Μία και είκοσι είχε πάει η ώρα και αύριο ήταν Δευτέρα.

νομιζα οτι το Σάββατο στις 8.30 το πρωί θα ήταν νύχτα ακόμα
Κουράστηκα ρε συ. Κουράστηκα. Είμαι μέσα σ’ εκείνον τον λαβύρινθο με τις νεκροκεφαλές και τους καρχαρίες και δεν έχω ιδέα πού πηγαίνω. Και τι είναι από την άλλη μεριά; Η οικογένεια; Η επίγνωση; Και τι είναι ο καρχαρίας; Η μοναξιά ή κάτι πολύ χειρότερο; Μπορώ να φανταστώ αρκετά πολύ χειρότερα. Αρρώστιες και μικρούς θανάτους. Και μεγάλους, τους κανονικούς. Αλλά πάντα δυσκολευόμουν να παρηγορηθώ με το υπάρχουν και χειρότερα. Εγωιστικό. Ανήμερα τα Χριστούγεννα μόνο, πήγαινα στο οικογενειακό τραπέζι κρατώντας τέσσερα δώρα και πέρασα έξω από το Σωτηρία, και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να τελειώνει εκεί η διαδρομή. Τότε αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη. Για τον άνθρωπο που θα έβγαινε να καπνίσει μαζί μου στο μπαλκόνι και να μοιραστούμε την κατανόησή μας. Για το ανθρωπάκι με τα κατακόκκινα μάγουλα, την απόλυτη ξεγνοιασιά και την πιο ωραία μυρωδιά του κόσμου. Δεν υπάρχει προπατορικό αμάρτημα. Οι άνθρωποι γεννιούνται πεντακάθαρες, κατάλευκες σελίδες σε μπλε σχολικά τετράδια. Και όσο ζουν μαζεύουν κούραση και σύννεφα στο βλέμμα.
Τέλος πάντων. Δεν υπάρχει happily ever after. Αυτό το ξέρω ήδη. Ούτε unhappily ever before. Φυσικά. Δεν υπάρχει ένα ορόσημο, εκτός αν αυτό το ένα κάνει όλα τα άλλα να φαντάζουν μικρά, εκτός αν το μεγαλύτερο είναι πάντα το ένα. Το δικό μου -καλό- ορόσημο ήταν σαν σήμερα ακριβώς πριν δυο χρόνια. Και όλα είναι αλλιώς από τότε. Όλα είναι πάντα καλύτερα από πριν. Γιατί όλα κινούνται.
Αλλά κουράστηκα ρε συ. Γιατί αισθάνομαι ότι κάνω κύκλους. Κουτουλάω ξανά και ξανά σε ανοίγματα ερμητικά κλειστά. Και τι είναι από την άλλη μεριά; Πάντα με κατέτρεχε το αίσθημα της ματαιότητας. Άλλους τους πιάνουν οι μαύρες τους, εγώ σκεφτόμουν σήμερα δεν είμαι καλά, έχω ματαιότητα. Και σταματούσα να κινούμαι.
Τέλος πάντων, και πάλι. Έχω να πάρω δυο τηλέφωνα, να στείλω ένα μήνυμα, και αν με καλέσει για καφέ, μάλλον θα πάω. Δεν πειράζει να κουράζεσαι. Αρκεί να μην μένεις ακίνητος για πολύ. Κι ας μην έχεις ιδέα τι σκατά κάνεις και πού σκατά πηγαίνεις.
Καλή χρονιά σου εύχομαι.
Σε φιλώ πολύ.
μια καλημέρα
τρεις καφέδες, δυο πακέτα τσιγάρα, τέσσερα κουλούρια και εφτά τσίχλες
πέντε τηλεφωνήματα, δυο μέιλ και τέσσερα μηνύματα
δυο συνομιλίες εκ του σύνεγγυς –τρεις αν μετρήσουμε και τον κουλουρά
δεκατρείς ώρες δουλειάς
μια διαπίστωση
ένα χαμένο νόημα
και κανένα συμπέρασμα.
* σαράντα τέσσερα. τελικά πρόσθεσα τον κουλουρά και αφαίρεσα το νόημα.
